βεγγαλικό


βεγγαλικό
[вэнгалико] ουσ. о. бенгальский огонь,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "βεγγαλικό" в других словарях:

  • φεγγαλικό — το, Ν βεγγαλικό. [ΕΤΥΜΟΛ. < βεγγαλικό κατά παρετυμολογική επίδραση τού ρ. φέγγω] …   Dictionary of Greek

  • Βραχμαπούτρα — Ποταμός (μήκος 2.900 χλμ., λεκάνη 935.000 τ. χλμ.) της νότιας Ασίας. Διαρρέει την Ινδία, την Κίνα (Θιβέτ), το Μπανγκλαντές και το Πακιστάν. Πηγάζει στο Θιβέτ, από την αλυσίδα των Ιμαλαΐων, κοντά στη λίμνη Μανασαροβάρ και εκεί ονομάζεται Τσανγκπό… …   Dictionary of Greek

  • Κέρι, Γουίλιαμ — (William Carey, 1761 – 1834). Άγγλος προτεστάντης ιεραπόστολος και γλωσσολόγος. Διακρίθηκε για το ιεραποστολικό του έργο στις Ινδίες, όπου ίδρυσε το 1792 την Εταιρεία των Βαπτιστών Ιεραποστόλων και μελέτησε τις ινδικές γλώσσες και την ινδική… …   Dictionary of Greek

  • Τσιταγκόγκ — Πόλη του Μπαγκλαντές (1.388.476 κάτ.). Γνωστή από τους πρώτους αιώνες μ.X. είχε πάντοτε μεγάλη σπουδαιότητα ως εμπορικό κέντρο όπου σύχναζαν οι Άραβες, οι Αρακανοί και αργότερα οι Πορτογάλοι (που την ονόμαζαν «μεγάλο λιμάνι»). Αφού υποδουλώθηκε… …   Dictionary of Greek